Ένα ταξίδι κρύβει μέσα του πολλές αφορμές. Η γαστρονομία είναι ίσως από τις πιο βασικές. Η λαχτάρα να βρεθείς κάπου μόνο και μόνο για μια αυθεντική γεύση που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη σου. Ένα πιάτο, ένα άρωμα, μια γαστρονομική εμπειρία, που σε κάνει να παίρνεις τους δρόμους απλώς για να την ξαναζήσεις.

Το χωριό είναι χωμένο μέσα σε δάσος, στεφανωμένο γύρω γύρω από ψηλά βουνά με αλπικές κορυφές – ένα «καταφύγιο», που επιλέγεις για τη απομόνωση που αποζητείς. Περπατάς και νιώθεις τα πάντα γύρω σου ήσυχα, αμετακίνητα, σαν να στέκουν εκεί ανέγγιχτα από τους αιώνες. Νιώθεις μια βαθιά, λυτρωτική ανακούφιση.

Επιστροφή στη γαστρονομία. Είναι μεγάλη υπόθεση να ξυπνάς το πρωί και ο ξενώνας να σου προσφέρει ένα πρωινό τόσο πλούσιο και νόστιμο, που σε κάνει να θέλεις να μείνεις εκεί όλη μέρα, απλώς για να τσιμπολογάς. Αυγά φρέσκα, από το κοντινό κοτέτσι. Μέλι ανθέων και ελάτης, με γεμάτο, δυνατό άρωμα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το μέλι κουμαριάς, κλεισμένο σε βαζάκια έτοιμα για πώληση, το οποίο είναι και το πιο διάσημο του τόπου. Πίτες, διαφορετικές κάθε πρωί – ηπειρώτικη παράδοση και νοστιμιά. Μαρμελάδες σπιτικές και ψωμί προζυμένιο.
Ό,τι φας το πρωί και μετά… καλό απόγευμα.

Το μεσημέρι, η πλατεία του χωριού –από τις μεγαλύτερες που συναντά κανείς σε ορεινούς προορισμούς– ερημώνει εντελώς. Όλα τα μαγαζιά κατεβάζουν ρολά και απόλυτη σιωπή απλώνεται παντού. Αν δεν έχεις κανονίσει κάποια εξόρμηση στα γύρω αξιοθέατα, πράγμα που επιβάλλεται να κάνεις, η μόνη επιλογή είναι να αποσυρθείς στο δωμάτιο. Να ξεκουραστείς, ακολουθώντας τους ρυθμούς των ντόπιων. Σοφή κίνηση.

Όμως, η Κυψέλη θα σε αποζημιώσει για κάθε δυσκολία της διαδρομής. Το να καθίσεις κάτω από τη βαθιά σκιά των πλατάνων, να γευτείς καλοψημένα κοψίδια μαζί με εκείνες τις χειροποίητες τηγανητές πατάτες και να πιεις ένα τοπικό κρασί που, αν ο παραγωγός πετύχει τη χρονιά του, είναι εμπειρία ανεκτίμητη. Οι ντόπιοι το χρησιμοποιούν συνήθως για την απόσταξη τσίπουρου, επειδή είναι εξαιρετικά αρωματικό. Ωστόσο, φτιάχνουν ανεπίσημα και μια ημίγλυκη εκδοχή του, η οποία θυμίζει κάτι ανάμεσα σε orange κρασί και γαστρονομικό, ταιριάζοντας απόλυτα με τις δυνατές γεύσεις που προσγειώνονται στο τραπέζι.
Είναι βραδιές που ξεκινούν από νωρίς το απόγευμα και κυλούν αβίαστα μέχρι τα μεσάνυχτα. Με τα παιδιά να παίζουν ολόγυρα, μακριά από κάθε λογής οθόνη. Σε αυτό βοηθάει, βέβαια, το ότι εκεί δεν υπάρχει καλό σήμα. Είναι από εκείνες τις σπάνιες πλέον περιπτώσεις που πανηγυρίζεις κρυφά για την αδυναμία επικοινωνίας – μια ευλογημένη αποσύνδεση, που σε «αναγκάζει» να είσαι απόλυτα παρών εκεί όπου βρίσκεσαι.

Εκεί θυμάσαι ξανά την όμορφη, ξεχασμένη αίσθηση του να έχεις απέναντί σου ανθρώπους που, αν και δεν τους γνωρίζεις, νιώθεις την ανάγκη να τους μιλήσεις και να τους ακούσεις. Οι ντόπιοι διατηρούν ακόμα εκείνη την παλιά, ζεστή συνήθεια να ρωτούν από πού είσαι, τι κάνεις, και αποζητούν πραγματικά να ακούσουν τις ιστορίες σου. Ταυτόχρονα, έχουν την αστείρευτη διάθεση να μοιραστούν και τις δικές τους – ιστορίες που συχνά μοιάζουν βγαλμένες από σελίδες βιβλίου. Θυμίζουν πότε τα έργα του Νίκου Θέμελη, που αποτύπωσε μοναδικά την Ήπειρο στα μυθιστορήματά του, και πότε τις αφηγήσεις του Γιάννη Ξανθούλη, που, αν και κατάγεται από τη Θράκη, οι ανθρώπινες ιστορίες του κουβαλούν μια συγκινητική, πανελλήνια ισχύ.
Το χωριό είναι απλωμένο σε μεγάλη απόσταση. Κάποτε, όχι πολύ παλιά, ζούσαν εκεί πάνω από 3.000 άνθρωποι. Τώρα, μετά βίας 200. Τα κλειστά σπίτια είναι πολλά. Κάποια φροντισμένα, άλλα παρατημένα. Όμως, όλα έχουν μια ομορφιά που σε ξεκουράζει. Δεν σε ενοχλεί τίποτα στην Κυψέλη. Ούτε καν ο κόκορας που έχει το δικό του πρόγραμμα. Ηρεμία, χαλάρωση και αίσθηση απόστασης από την πραγματικότητα.
Υπάρχουν και μερακλήδες κάτοικοι που παλεύουν για να ανατρέψουν την πορεία του χωριού προς την εξαφάνιση. Φάρος σε αυτή την προσπάθεια είναι το μουσείο που ετοιμάζεται σύντομα προς τιμήν του σπουδαίου, διεθνούς φήμης φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα, που γεννήθηκε εδώ, στην Κυψέλη. Οι ασπρόμαυρες λήψεις του αποτελούν ένα ανεκτίμητο ιστορικό ντοκουμέντο μιας άλλης εποχής. Δίπλα τους στέκεται και η πολύτιμη συλλογή του Δημήτρη Καραλή, ενός αυτοδίδακτου φωτογράφου που για τρεις ολόκληρες δεκαετίες –από το ’50 έως το ’80– αποτύπωνε με τον φακό του την αυθεντική καθημερινότητα του χωριού και των ανθρώπων του.

Το φεστιβάλ «Ζιγκ Ζαγκ» που διοργανώθηκε για δύο συνεχόμενα χρόνια από την ομάδα του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Cheap Art –τον Γιώργο Γεωργακόπουλο, τη Φωτεινή Καπίρη και τον Κυψελιώτη εικαστικό Μπάμπη Καραλή– πέτυχε επίσης να δώσει στην περιοχή προβολή και δημοσιότητα. Φέρνοντας καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, τους μετέτρεψε σε αληθινούς πρεσβευτές της Κυψέλης και της άγριας ομορφιάς της.
Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες, από τη φωτογραφική κληρονομιά μέχρι τις σύγχρονες καλλιτεχνικές παρεμβάσεις, αποτελούν εξαιρετικά οχήματα επικοινωνίας, αρκεί, βέβαια, να αξιοποιηθούν σωστά τόσο από τη δημοτική αρχή όσο και από τους ίδιους τους ντόπιους. Μόνο έτσι θα μπορέσει ο προορισμός να γίνει πιο ελκυστικός τουριστικά και, το κυριότερο, να κρατήσει νέο κόσμο.

Όποιος καταφέρει να φτάσει στην Κυψέλη, στα Κεντρικά Τζουμέρκα, ξέρει καλά ότι αυτός ο προορισμός, αλλά και η ανάμνησή του, θα τον καθορίσει. Γιατί αυτό που συμβαίνει εκεί είναι μαγικό – βαθύ και αληθινό, κάτι που μόνο τα βουνά και η φύση μπορούν να προσφέρουν.
Διαβάστε επίσης στο Carpe Vinum:
Carpe Vinum Vol. 16 | Το Ολοκαίνουργιο Καλοκαιρινό μας Τεύχος
