Από το «Συναίσθημα Αθήνα» στο Εστιατόριο Mappemonde

Στη δική μου προσωπική συναισθηματική νοημοσύνη υπάρχει ένα «συναίσθημα» που ανήκει μόνο σε μένα. Ονομάζεται «Αθήνα».

Ίσως γι’ αυτό να ευθύνονται τα βιώματα των παιδικών μου χρόνων. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα μου, διπλωμάτη, η οικογένειά μας μετακινούνταν διαρκώς από χώρα σε χώρα. Όχι για διακοπές, αλλά για να ζήσουμε εκεί.

Κάθε μετακόμιση σήμαινε μια καινούργια ζωή. Άλλο σχολείο, άλλοι φίλοι, άλλο σπίτι, άλλη γλώσσα, μια άγνωστη καθημερινότητα που έπρεπε κάθε φορά να γίνει αμέσως δική μας.

Υπήρχε όμως μια στιγμή που περίμενα πάντα με ανυπομονησία. Η επιστροφή στην Ελλάδα.

Θυμάμαι ακόμη την προσγείωση του αεροπλάνου στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού. Θυμάμαι τη μητέρα μου να χαμογελά με έναν τρόπο διαφορετικό, λες και άφηνε πίσω της κάθε βάρος. Και αυτό το χαμόγελο γινόταν αμέσως και δικό μου. Δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα. Αρκούσε που ήμασταν ξανά εδώ.

Έπειτα ακολουθούσε η αγαπημένη μου διαδρομή. Μέσα από το παράθυρο του ταξί, μέχρι να φτάσουμε στο κέντρο της Αθήνας, όπου συνήθως μέναμε σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο γύρω από το Σύνταγμα, παρατηρούσα την πόλη. Παρότι ήμουν παιδί, αντιλαμβανόμουν τις ατέλειές της. Κι όμως, στα παιδικά μου μάτια ακόμη κι αυτές έμοιαζαν όμορφες. Οι πολυκατοικίες, ο ασταμάτητος θορυβώδης ρυθμός, η κίνηση, ο απέραντος μπλε ουρανός… Όλα μου προκαλούσαν μια ανεξήγητη χαρά.

Και πάνω απ’ όλα εκείνη η μυρωδιά. Μια μυρωδιά που θα αναγνώριζα ακόμη και με κλειστά μάτια. Δεν κατάφερα ποτέ να τη συναντήσω σε καμία άλλη χώρα. Ήταν η μυρωδιά της Αθήνας. Η μυρωδιά της επιστροφής, της οικειότητας, της ασφάλειας.

Και φυσικά το φαγητό. Οι γνώριμες γεύσεις, το ελληνικό καλοκαίρι, ο ήλιος και τα αγαπημένα πρόσωπα της οικογένειας που μας περίμεναν με ανυπομονησία για να μας αγκαλιάσουν ξανά. Εκεί, σαν από θαύμα, όλα έμπαιναν πάλι στη θέση τους μέσα μου.

Έτσι ερμηνεύω μέχρι σήμερα το δικό μου «συναίσθημα Αθήνα». Είναι μια λέξη που για μένα μεταφράζεται σε γαλήνη, οικειότητα, ασφάλεια και μια πηγαία χαρά.

Αυτό ακριβώς το συναίσθημα με πλημμύρισε εκείνο το απόγευμα καθώς κατηφόριζα την οδό Κριεζώτου για να παρευρεθώ στη γαστρονομική βραδιά παρουσίασης του νέου μενού του Mappemonde, του εστιατορίου του Athens Capital Hotel.

Πριν ακόμη φτάσω στην είσοδο του ξενοδοχείου, είχα ήδη την αίσθηση ότι η βραδιά θα ήταν ξεχωριστή. Και, ευτυχώς, δεν έκανα λάθος.

Η Αθήνα σε Πρώτο Πλάνο

Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν στον δέκατο όροφο και η Αθήνα απλώθηκε μπροστά μου σχεδόν ολόκληρη. Η Ακρόπολη, φωτισμένη ακόμη από το χρυσαφένιο φως του απογεύματος, ο Λυκαβηττός να υψώνεται στο βάθος, οι δρόμοι που έσφυζαν από ζωή, οι ταράτσες, οι πολυκατοικίες, ο ουρανός που άλλαζε χρώματα.

Δίπλα τους, η χαρακτηριστική infinity pool του ξενοδοχείου έμοιαζε να ενώνεται με τον ορίζοντα, μια εικόνα που δύσκολα ξεχνά κανείς.

Με το απεριτίφ μου στο χέρι άρχισα να τραβάω φωτογραφίες για να μη μου ξεφύγει τίποτα από τη μνήμη. Χαμογελαστά πρόσωπα με υποδέχθηκαν εγκάρδια, ενώ τα όμορφα στρωμένα τραπέζια προμήνυαν πως δεν επρόκειτο απλώς για ένα δείπνο, αλλά για μια ολοκληρωμένη γαστρονομική εμπειρία.

Η μουσική έντυνε διακριτικά την ατμόσφαιρα. Οι πρώτες συζητήσεις ανάμεσα στους καλεσμένους ξεκίνησαν φυσικά, σαν να γνωριζόμασταν όλοι από παλιά (με κάποιους πράγματι γνωριζόμαστε). Και όσο ο ήλιος κατηφόριζε πίσω από την πόλη, η καλοκαιρινή ζέστη, που ήταν αρκετά έντονη εκείνο το απόγευμα, παραχωρούσε τη θέση της σε ένα ελαφρύ αθηναϊκό αεράκι.

Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν οι δύο δημιουργοί της βραδιάς. Ο executive chef Δημήτρης Αρσενίδης και η pastry chef Νάντια Μακρυγιάννη μας καλωσόρισαν παρουσιάζοντας τη φιλοσοφία πίσω από το νέο μενού του Mappemonde. Ένα μενού που ισορροπεί ανάμεσα στη σύγχρονη ελληνική δημιουργική κουζίνα και στις διεθνείς επιρροές, χωρίς ποτέ να χάνει τη μεσογειακή του ταυτότητα.

Καθώς απολάμβανα τη θέα της Αθήνας, έμαθα και την ιστορία πίσω από το όνομα του εστιατορίου. Το Mappemonde δεν είναι μια τυχαία επιλογή. Είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο έργο του σπουδαίου Έλληνα γλύπτη George Lappas, που παρουσιάστηκε στην Biennale της Βενετίας το 1988 και σήμερα δεσπόζει στο αίθριο του ξενοδοχείου. Με τις χιλιάδες ανθρώπινες μορφές του να συνθέτουν έναν παγκόσμιο χάρτη από μνήμες, ταξίδια και πολιτισμούς, το έργο μοιάζει να εκφράζει ιδανικά και τη φιλοσοφία του εστιατορίου: μια συνάντηση ανθρώπων, γεύσεων και εμπειριών που, όπως και η γαστρονομία, ξεπερνούν τα σύνορα.

Η Πρώτη Εντύπωση Γράφει Πάντα Ιστορία

Κάθε φορά που επισκέπτομαι ένα εστιατόριο υπάρχει μία στιγμή που περιμένω περισσότερο από όλες. Δεν είναι το κυρίως πιάτο, ούτε το επιδόρπιο.

Είναι τα amuse bouche.Ίσως γιατί εκείνη τη στιγμή όλα είναι ακόμη «παρθένα». Ο ουρανίσκος δεν έχει δοκιμάσει τίποτα. Οι γευστικοί κάλυκες δεν έχουν επηρεαστεί από προηγούμενες γεύσεις. Ακόμη και το μυαλό βρίσκεται σε μια κατάσταση προσμονής, έτοιμο να αποκωδικοποιήσει το πρώτο μήνυμα που θέλει να στείλει ο σεφ.

Τα τρία amuse bouche που έφτασαν μπροστά μας λειτούργησαν ακριβώς έτσι, ως μια μικρή υπόσχεση για το γαστρονομικό ταξίδι του νέου μενού που θα ακολουθήσει.

Το Μενού της Βραδιάς

Το δείπνο ξεκίνησε με ένα πιάτο που απέδειξε από την πρώτη στιγμή πως ο σεφ δεν φοβάται τις αναπάντεχες ισορροπίες. Η μελιτζάνα συναντούσε την αναζωογονητική διάθεση της φράουλας, το βάθος του μετσοβόνε και την τραγανότητα του φιστικιού Αιγίνης, δημιουργώντας έναν συνδυασμό που ισορροπούσε ανάμεσα στη γήινη ένταση και τη φρεσκάδα. Το Απλά Ροζέ της Oenops στάθηκε ο ιδανικός συνοδοιπόρος, με τη ζωηρή οξύτητα και τα αρώματα κόκκινων φρούτων να αναδεικνύουν κάθε στοιχείο του πιάτου χωρίς να το επισκιάζουν.

Ακολούθησε το εντυπωσιακό εμφανισιακά πιάτο καραβίδα με ροδάκινο, αβοκάντο και δυόσμο, ένα πιάτο που απέπνεε καλοκαίρι. Η λεπτότητα της θαλασσινής αύρας συναντούσε τη γλυκύτητα του φρούτου και τη φρεσκάδα των βοτάνων, ενώ το Απλά Λευκό της Oenops αγκάλιαζε ιδανικά το σύνολο, προσθέτοντας δροσιά και αρωματική ένταση.

Στη συνέχεια, το κανελόνι με μοσχαρίσια στηθόπλευρα, τομάτες San Marzano, μελιτζάνα και Σαν Μιχάλη Σύρου έφερε στο τραπέζι την πιο comfort πλευρά του μενού. Πλούσιο, βαθύ και απολαυστικό, βρήκε το ιδανικό του ταίρι στο Κοτσιφάλι Βασίλισσες του Λυραράκη, του οποίου οι ώριμες τανίνες και τα κόκκινα φρούτα ισορροπούσαν εξαιρετικά τη γλυκύτητα της ντομάτας και τον χαρακτήρα του τυριού.

Λίγο αργότερα έφτασε μπροστά μας το αγαπημένο μου πιάτο της βραδιάς. Το φαγκρί με κολοκυθάκι, σύκο και λεμόνι κονφί απέδειξε πως η κομψότητα δεν χρειάζεται υπερβολές. Κάθε υλικό είχε τον χώρο να εκφραστεί χωρίς να καλύπτει το άλλο, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα γεμάτο αρώματα, ισορροπία και ακρίβεια. Το Chardonnay του Κτήματος Αρβανιτίδη από την Ξάνθη στάθηκε υποδειγματικός συνοδός, καθώς το πλούσιο σώμα και η διακριτική του λιπαρότητα ανέδειξαν τόσο το ψάρι όσο και τις ντελικάτες γλυκόξινες νότες του σύκου και του λεμονιού κονφί. Ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο αγαπημένος μου γαστρονομικός συνδυασμός της βραδιάς.

Το ταξίδι συνεχίστηκε με τον κόκορα παστιτσάδα, σερβιρισμένο με γεμιστό μακαρόνι, σκληρογραβιέρα Κέρκυρας και κρέμα κρεμμυδιού. Ένα πιάτο με έντονη ελληνική ταυτότητα, που απέκτησε ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον χάρη στο Ροζέ Ξινόμαυρο του Κτήματος Αρβανιτίδη, του οποίου η ζωηρή οξύτητα φρέσκαρε ιδανικά τον ουρανίσκο.

Η κορύφωση των αλμυρών γεύσεων ήρθε με την αρνίσια πικάνια, συνοδευόμενη από σελινόριζα, τρούφα, πρασοσέλινο και σκοπελίτικο πιτάκι. Ένα πιάτο με βάθος, χαρακτήρα και εξαιρετική ισορροπία, που συνδυάστηκε ιδανικά με το En Arhi του οικογενειακού Οινοποιείου Μακαρούνα που βρίσκεται στο χωριό Λετύμπου, στη δυτική ακτή της Κύπρου, ένα κρασί-έκπληξη, με τη δομή και την πολυπλοκότητα που απαιτούσε η ένταση του αρνιού.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στα κυρίως πιάτα, αξίζει να σταθεί κανείς στον άνθρωπο που υπέγραφε αυτή τη γαστρονομική διαδρομή. Ο executive chef Δημήτρης Αρσενίδης έχει διαμορφώσει τη μαγειρική του ταυτότητα μέσα από βραβευμένα εστιατόρια και ξενοδοχεία πολυτελείας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Με εμπειρία σε απαιτητικές κουζίνες των Βρυξελλών και της Αθήνας, παντρεύει την ελληνική γαστρονομική παράδοση με μια σύγχρονη δημιουργική ματιά, δίνοντας απόλυτη σημασία στην πρώτη ύλη. Το νέο μενού του Mappemonde αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτή τη φιλοσοφία: χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς, με καθαρές γεύσεις, άρτια τεχνική και πιάτα που αφηγούνται ενδιαφέρουσες ιστορίες.

Μετά τα κυρίως πιάτα, η σκυτάλη πέρασε στον γλυκό επίλογο της βραδιάς. Πριν ακόμη φτάσουν τα επιδόρπια, γνώρισα καλύτερα τη δημιουργό τους, την pastry chef Νάντια Μακρυγιάννη. Με περισσότερα από δέκα χρόνια εμπειρίας στη φιλοξενία υψηλών προδιαγραφών, αντιμετωπίζει τη ζαχαροπλαστική ως μια πολυαισθητηριακή εμπειρία, όπου η τεχνική, η αισθητική και το συναίσθημα συνυπάρχουν αρμονικά. Και αυτό αποτυπωνόταν ξεκάθαρα σε κάθε της δημιουργία.

Το pre-dessert, ένα αέρινο ρυζόγαλο με λευκή σοκολάτα και μαστίχα Χίου, συνδυάστηκε υπέροχα με Moscato d’Asti Truffle Hunter, του οποίου οι φίνα ανθικές νότες και οι διακριτικές φυσαλίδες πρόσθεσαν φρεσκάδα και ζωντάνια.

Ακολούθησε το επιδόρπιο με σοκολάτα, ελαιόλαδο, φιστίκι Αιγίνης και άνθος αλατιού, που βρήκε το ιδανικό του ταίρι στο Samos Anthemis, ένα κρασί με αρώματα αποξηραμένων φρούτων και μελιού, το οποίο πρόσφερε βάθος χωρίς να βαραίνει το σύνολο.

Ο επίλογος γράφτηκε με τα mignardises, λουκούμι περγαμόντο και βουτυράτο sablé με τη σφραγίδα του ξενοδοχείου, συνοδευμένα από Vinsanto Σαντορίνης. Η συμπυκνωμένη γλυκύτητα και η χαρακτηριστική οξύτητα του κρασιού ολοκλήρωσαν ιδανικά τη γαστρονομική εμπειρία, αφήνοντας την αίσθηση ενός δείπνου με εξαιρετική συνοχή από την πρώτη έως την τελευταία μπουκιά.

Όταν η Αθήνα Ντύθηκε με Αστέρια

Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως είχε νυχτώσει.

Η Ακρόπολη είχε πλέον φωτιστεί, η πόλη έλαμπε από χιλιάδες μικρά φώτα και το rooftop είχε αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα.

Σήκωσα το βλέμμα στον ουρανό. Εκείνο το βράδυ, δύο φωτεινά σημεία τραβούσαν αμέσως την προσοχή. Η Αφροδίτη και ο Δίας βρίσκονταν σε μια εντυπωσιακή σύνοδο, σχεδόν δίπλα δίπλα, έτοιμοι να δώσουν ένα «κοσμικό φιλί», συμμετείχαν κι εκείνοι με τον δικό τους τρόπο στη βραδιά.

Και κάπως έτσι συνειδητοποίησα πως θα έχω πολλά να θυμάμαι από αυτή την εμπειρία γαστρονομίας. Τη θέα. Τους ανθρώπους. Τις συζητήσεις. Το καλοκαιρινό αεράκι. Και, πάνω απ’ όλα, εκείνο το συναίσθημα που με ακολουθεί από παιδί.

Το συναίσθημα που για μένα έχει μόνο μία λέξη.

Αθήνα.

 

Διαβάστε επίσης στο Carpe Vinum:

Το Σουφλί Ετοιμάζεται να Γίνει… Πεταλούδα

Cava Nektar Kifisia: 10 Λόγοι για να Πας

Σαββατιανό: Το Τerroir της Αττικής στο Ποτήρι μας

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Αρχισυντάκτρια
Αρχισυντάκτρια

Η Μαρία είναι Δικηγόρος Αθηνών αλλά και γκαλερίστα. Μεγαλωμένη σε κοσμοπολίτικο περιβάλλον και ζώντας για πολλά χρόνια στο εξωτερικό ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση με το κρασί και τη γαστρονομία, την οποία ακολουθεί πάντα και παντού! Δεν κρύβει ποτέ την παράφορη αγάπη της για την Αθήνα και μοιράζεται μαζί μας μικρά μυστικά από τον χώρο της γαστρονομίας.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα, προτάσεις, αφιερώματα και σκέψεις γύρω απ’τον κόσμο του κρασιού και της γαστρονομίας, στο inbox σου μια φορά το μήνα!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER